Ιστορία της Νικήτης: από μοναστηριακό μετόχι μία σύγχρονη κωμόπολη

Ξεκινώντας από μία μικρή ομάδα σπιτιών μέσα στη ρεματιά, ο παλιός οικισμός της Νικήτης καταγράφει μία ιστορία εφτακοσίων και πλέον ετών. Συνδυάζοντας μία εκτεταμένη λίστα πηγών, παρουσιάζουμε την ιστορία του τόπου από το Μεσαίωνα έως τη σύγχρονη εποχή.

Πριν τη Νικήτη

Τα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν ότι η περιοχή γύρω από τη σημερινή Νικήτη κατοικούταν ήδη από τα προϊστορικά χρόνια. Οργανωμένοι οικισμοί υπήρχαν και κατά την κλασσική και ρωμαϊκή περίοδο, ιδιαίτερα στα παράλια, όπου έχουν εντοπιστεί υπολείμματα κατοικιών στην Ελιά, στον Άγιο Γεώργιο, στο Καστρί και στα Λαγόμανδρα. Μάλιστα, η περιοχή ανάμεσα στο Καστρί και στον Άγιο Ιωάννη θεωρείται ως πολύ πιθανή τοποθεσία της αρχαίας πόλης της Γαληψού η οποία αναφέρεται από τον Ηρόδοτο. Ρωμαίοι συγγραφείς αναφέρουν την πόλη Φύσκελλα στην περιοχή. Ο Leake[1] υποστηρίζει ότι πρόκειται για την ίδια πόλη.Η αλλαγή του ονόματος απαιτήθηκε καθότι υπήρχε και άλλη πόλη Γαληψός σε σχετικά κοντινή απόσταση ανατολικά της εκβολής του ποταμού Στρυμώνα. Πάντως το τοπωνύμιο «Φύσκελλα» είναι θρακικό και μάλλον προγενέστερο του «Γαληψός» αν αναλογιστούμε ότι οι Θράκες κατοίκησαν την Χαλκιδική πριν τους αποίκους από τη Νότια Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται να υπάρχει συνεχόμενη κατοίκηση της περιοχής κατά την αρχαιότητα.

Η δημιουργία του οικισμού της Νικήτης

Την πλέον εμπεριστατωμένη μελέτη για την προέλευση του ονόματος της Νικήτης και τη δημιουργία του οικισμού, την έχει κάνει ο ντόπιος αρχαιολόγος Ιωακείμ Παπάγγελος[2]. Σύμφωνα με τη μελέτη, το πρώτο γραπτό κείμενο για την περιοχή της σημερινής Νικήτης είναι μία απογραφή των κτημάτων της Ι. Μονής Ξενοφώντος του Αγίου Όρους του 1300μ.Χ[3]. Η περιοχή εκεί αναφέρεται ως «γη του Νεακίτου» η οποία απογράφεται ως κτήμα συνορεύον με τη «γη του Κανσταμωνίτου». Και τα δύο κτήματα περιγράφονται ως τμήματα της περιοχής του χωριού της «Ψαλίδας». Είναι ενδιαφέρον ότι τα τοπωνύμια «Κανσταμωνίτου» και «Ψαλίδα» υπάρχουν έως σήμερα στην περιοχή όπως και άλλα τοπωνύμια που αναφέρονται στο έγγραφο (πχ Βούρβουρα, Άγιος Φωκάς, Μακρά και Κοντή Λαγκάδα, Αναλήψιμον και Παλαιάμπελος).

Ο Ι. Παπάγγελος, συνδυάζοντας τις περιγραφές και τα τοπωνύμια της απογραφής του 1300 αλλά και μιας μεταγενέστερης του 1318, με την μορφολογία του εδάφους τα σύγχρονα τοπωνύμια καθώς και τις προφορικές παραδόσεις, τοποθετεί το χωριό Ψαλίδα κοντά στο χώρο του σημερινού παλιού χωριού της Νικήτης.
Στη συνέχεια η μελέτη του Παπάγγελου αναφέρει και άλλες βυζαντινές απογραφές του 14ου αιώνα στις οποίες παρατηρείται μία σταδιακή αύξηση της γης του Νεακίτου και παράλληλης μείωσης της έκτασης της Ψαλίδας. Τελικά η Ψαλίδα φαίνεται να παρακμάζει και να εξαφανίζεται ως χωριό. O κύριος οικισμός της περιοχής είναι πλέον η Νεακίτου η οποία κάποια στιγμή γίνεται ανεξάρτητος από το μοναστήρι οικισμός.

Η προφορική παράδοση στη Νικήτη αναφέρει ότι το χωριό ιδρύθηκε από κατοίκους των παράλιων οικισμών της Ελιάς του Καστριού και του Αγίου Γεωργίου οι οποίοι εγκατέλειψαν τις εστίες τους από το φόβο πειρατών και μετοίκησαν στην ενδοχώρα για ασφάλεια[4]. Ακριβώς λίγο μετά την πρώτη καταγραφή της Μονής Ξενοφώντος, κατά τη διετία 1307-1309, εγκαταστάθηκαν στην Ποτίδαια της Κασσάνδρας πρώην μισθοφόροι του Βυζαντινού Αυτοκράτορα από την Καταλονία, οι οποίοι εξελιχθήκαν σε φοβερούς πειρατές λεηλατώντας όλη την περιοχή[5]. Αναφέρεται μάλιστα ότι η καταστροφή των πόλεων και των αγρών ήταν ολοσχερής. Oι Καταλανοί μετά από μία αποτυχημένη προσπάθεια να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη στράφηκαν εναντίον των Μονών του Άγίου Όρους λεηλατώντας τις Μονές Χιλανδαρίου και Βατοπεδίου. Οι Καταλανοί λόγω της εγγύτητας του στρατοπέδου τους, είχαν αναμφισβήτητα αρνητική επίδραση στους πληθυσμούς και την εξέλιξη των οικισμών που υπήρχαν εκείνη την εποχή στην περιοχή της Νικήτης. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα παρατηρείται μία γενικότερη πληθυσμιακή κάμψη στα χωριά της Μακεδονίας παρότι η περιοχή ήταν από τις πλέον πυκνοκατοικημένες κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα. Υπάρχουν διάφορες ερμηνείες για την μείωση του πληθυσμού. Ως κύριες αιτίες αναφέρονται οι επιδρομές Τούρκων και Σλάβων, ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Βυζαντινών αρχόντων και η επιδημία της βουβωνικής πανώλης (πανούκλα) και γεγονότα με τοπικό χαρακτήρα όπως η δράση των Καταλανών[6].

Το χωριό Ψαλίδα θα πρέπει να πλήγηκε καίρια από κάποια από τα καταστρεπτικά γεγονότα του 14ου αιώνα σε σημείο που να οδηγήθηκε στην εξαφάνιση. Ήδη από το 1321 σε μία απογραφή των κτημάτων της Μονής της Μ. Λαύρας αναφέρεται ότι στην Ψαλίδα υπήρχε μόνο ένα νοικοκυριό με 10 άτομα πληθυσμό[7]. Συνεπώς μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η Ψαλίδα είχε πληγεί από τους Καταλανούς μερικά χρόνια πριν. Από τότε, λόγω και της ταραχώδους περιόδου που ακολούθησε, δεν κατάφερε να ανακάμψει ποτέ και σταδιακά εξαφανίζεται από τις αναφορές των μοναχών. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι η κάτοικοι της Ψαλίδας απογράφονται ως πάροικοι[8] της Λαύρας ενώ όπως είδαμε η Νεακίτου ήταν κτήμα της Μ. Ξενοφώντος.

Η πληθυσμιακή κάμψη και η ερήμωση της μακεδονικής υπαίθρου τον 14ο αιώνα οδήγησε σε δύο φαινόμενα. Από τη μία οι επιβιώσαντες χωρικοί απέκτησαν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στο κράτος, στους γαιοκτήμονες και τα μοναστήρια καθώς η χειρωνακτική τους εργασία είχε μεγαλύτερη αξία. Έτσι οι Παλαιολόγοι Αυτοκράτορες μοιράζουν κτήματα σε αγρότες προκειμένου να επιστρέψουν στη γη και να την καλλιεργήσουν. Από την άλλη, οι Μονές του Αγίου Όρους ήταν οι μόνοι θεσμοί που μπορούσαν να οργανώσουν την καλλιέργεια της γης και να προσφέρουν προστασία στους παροίκους χτίζοντας πύργους. Χαρακτηριστικά αναφέρεται[9] η περίπτωση μιας οικογένειας γαιοκτημόνων από τη Θεσσαλονίκη η οποία μετά το τέλος των επιδρομών των Σλάβων, θέλησε να εκμεταλλευτεί ξανά ένα κτήμα που είχε κοντά στη σημερινή Ορμύλια. Βρήκαν όμως το κτήμα παρατημένο και τους αγρότες εξαφανισμένους. Αναγκάστηκαν λοιπόν να μεταβιβάσουν τη γη στη μονή Δοχειαρίου.

Κάτι ανάλογο θα πρέπει να συνέβη και στη «γη του Νεακίτου». Η μονή Ξενοφώντος χρειαζόταν αγρότες για να καλλιεργήσουν το κτήμα. Η τοποθεσία του σημερινού παλιού χωριού, παρείχε φυσική κάλυψη από επιδρομές ενώ υπήρχε εύκολη πρόσβαση στη θάλασσα και σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσει κανείς ότι, κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα και ιδιαίτερα προς το τέλος του, άρχισαν να συγκεντρώνονται αγρότες στη «γη του Νεακίτου», στη θέση που σήμερα βρίσκεται το παλιό χωριό της Νικήτης, αποτελώντας τον πυρήνα του νέου οικισμού. Από πού ήρθαν αυτοί οι άνθρωποι είναι άγνωστο. Πέρα από τους παραθαλάσσιους οικισμούς νότια της Νικήτης και παρηκμασμένους οικισμούς όπως η Ψαλίδα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπήρξαν μετακινήσεις διωγμένων χωρικών και από την Κασσάνδρα για την οποία αναφέρεται ότι στα μέσα του 14ου αιώνα είχε ερημώσει τελείως[10]. Πάντως, η διαδικασία της δημιουργίας του νέου οικισμού που περιγράφουμε συμφωνεί με την προφορική παράδοση που υπάρχει στο χωριό. Οι άνθρωποι αυτοί καλλιέργησαν τα κτήματα της Μονής και σταδιακά απέκτησαν δική τους γη καθώς ο πληθυσμός αυξανόταν.

Τελικά αυτό που έχει σημασία να τονιστεί, είναι ότι η γενικότερη πολιτική αστάθεια της εποχής που χαρακτηρίζεται από την προώθηση των Τούρκων στην Ευρώπη, την αποδυνάμωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τη ληστρική δράση Φράγκων στον Ελλαδικό χώρο, καθώς και η επιδημία πανούκλας στα μέσα του 14ου αιώνα, εξηγεί τη μετακίνηση κατοίκων από κατεστραμμένος υπάρχοντες οικισμούς σε ασφαλέστερο μέρος. Μία τέτοια διαδικασία οδήγησε και στη δημιουργία ενός νέου οικισμού στη θέση που σήμερα βρίσκεται το παλιό χωριό της Νικήτης.

Η Οθωμανική Περίοδος

Οι Οθωμανοί ξεκινούν την κατάκτηση της Μακεδονίας στα τέλη του 14ου αιώνα και την ολοκληρώνουν εμφατικά με την δραματική άλωση και λεηλασία της Θεσσαλονίκης το 1430. Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκαναν στις κατακτημένες περιοχές, ήταν να καταγράψουν τα κτήματα, τους ανθρώπους και τα ζώα προκειμένου να επιβάλλουν φορολογία. Η πρώτη τέτοια καταγραφή που έχει σωθεί και αναφέρεται στα χωριά στου καζά[11] της Θεσσαλονίκης ανάγεται στα μέσα του 15ου αιώνα, δηλαδή λίγο μετά από την άλωση της πόλης[12]. Σε αυτή την καταγραφή αναφέρεται και η Νικήτη ως χωριό το οποίο είχε αποδοθεί σε τιμαριούχο. Συγκεκριμένα αναφέρεται το χωριό Nikito το οποίο είχε μόνο χριστιανούς κατοίκους που ζούσαν σε 35 σπίτια ενώ υπήρχαν ακόμη τρεις άγαμοι άνδρες και τρεις χήρες. Μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι η ονομασία Nikito ήταν εξέλιξη της Νεακίτου κάτι που επιβεβαιώνει τα παλαιότερα έγγραφα της Μονής Ξενοφώντος και την εργασία του Ι. Παπάγγελου.

Όσο για τον πληθυσμό του χωριού, υπάρχει η ιδιαιτερότητα ότι οι Οθωμανοί απέγραφαν νοικοκυριά (hane) και όχι άτομα. Αν δεχθούμε την πλέον συνηθισμένη προσέγγιση ότι ένα σπίτι σε αγροτική περιοχή είχε κατά μέσο όρο πέντε άτομα, τότε τα 35 σπίτια μαζί με τις χήρες και τους ανύπαντρους αντιστοιχούν σε περίπου 180 κατοίκους. Αυτός είναι ένας ελάχιστος πληθυσμός καθώς η καταγραφή αναφέρει ότι το χωριό άνηκε σε περισσότερα από ένα τιμάρια και τα σπίτια αυτά ήταν μόνο όσα ανήκαν στο συγκεκριμένο τιμάριο. Άρα υπήρχαν επιπλέον σπίτια και κτήματα στο χωριό τα οποία ανήκαν σε άλλο τιμάριο το οποίο δεν αναφέρεται. Περαιτέρω, σε Οθωμανικά έγγραφα απογραφής του 1519 αναφέρεται η Νικήτη να έχει 95 νοικοκυριά[13] όντας από τα πιο μεγάλα χωριά της Χαλκιδικής. Αυτό σημαίνει 450-500 κατοίκους και μας οδηγεί στο να θέσουμε το πληθυσμό του προηγουμένου αιώνα αρκετά πιο ψηλά από τους 180 κατοίκους, ίσως κοντά στους 350 αν δεχθούμε ότι υπήρχαν δύο ίσα τιμάρια στο χωριό. Σημειώνουμε ότι στα Οθωμανικά έγγραφα του 1519 και σε μεταγενέστερα, το χωριό αναφέρεται πλέον ως Nikit. Είχε δηλαδή ολοκληρωθεί η εξέλιξη του ονόματος από Νεακίτου σε Νικήτη. Νικήτ’ είναι η ονομασία του χωριού στην ντόπια μακεδονική διάλεκτο. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι οι Οθωμανοί ονόμαζαν τα ντόπια χωριά ανάλογα με το πώς ακουγόταν στην ντόπια διάλεκτο[14].

Βλέπουμε λοιπόν ότι μέσα σε χρονικό διάστημα 200 ετών, το παλιό μοναστηριακό μετόχι του Νεακίτου είχε μετεξελιχθεί σε ένα κανονικό χωριό παρά τις μεγάλες αλλαγές που συνέβησαν στο μεσοδιάστημα με την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και την έλευση των Τούρκων. Κατά τη μακρά περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, η Νικήτη αναπτύχθηκε και έγινε ένας από τους κύριους οικισμούς της Σιθωνίας (οι άλλοι είναι ο Άγιος Νικόλαος και η Συκιά, ενώ αναφέρεται και ο Παρθενώνας κοντά στο σημερινό Νέο Μαρμαρά).

Όπως αναφέρει ο Δημητριάδης[15], μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα οι τρεις χερσόνησοι της Χαλκιδικής είχαν γίνει χάσια[16] μεγάλων αξιωματούχων της αυλής του Σουλτάνου. Η Σιθωνία μαζί με χωριά της κεντρικής και δυτικής Χαλκιδικής αλλά και του Λαγκαδά αποτελούσαν στο χάσι του Λόγγου[17] του οποίου τα έσοδα από τη φορολογία ανήκαν στον εκάστοτε Αρχιευνούχο του χαρεμιού του Σουλτάνου. Ο Βακαλόπουλος[18] αναφέρει τα λεγόμενα Χασικοχώρια που περιλάμβαναν 15 ελεύθερα χωριά, μεταξύ των οποίων και η Νικήτη, στην κεντρική και ανατολική Χαλκιδική καθώς και στη βυζαντινή περιοχή της Καλαμαριάς (νότιο ανατολικό τμήμα του σημερινού νομού της Θεσσαλονίκης). Η περιοχή περιελάμβανε όλα τα «ήρεμα βουνά» όπως ονομαζόταν τα καλλιεργήσιμα υψώματα από τον Τορωναίο έως τον Θερμαϊκό κόλπο. Τα χωριά είχαν δικούς τους «άρχοντες» ενώ έστελναν αντιπροσώπους στη μεγαλύτερη κωμόπολη της περιοχής τον Πολύγυρο, που ήταν και έδρα του αγά της περιοχής, όπου συζητούσαν και διευθετούσαν διάφορα κοινά ζητήματα. Η περιοχή ήταν πλούσια και πέρα από την παραδοσιακή αγροτική παραγωγή, υπήρχε παραγωγή μελιού ενώ εκτρεφόταν μεταξοσκώληκες για την παραγωγή μεταξιού. Η εκτροφή μεταξοσκωλήκων ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Νικήτη μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Ως τροφή χρησιμοποιούσαν φύλλα από μουριές τις οποίες μπορεί κανείς ακόμη να δει σε όλη την περιοχή.

Τα Χασικοχώρια είναι μία ενδεικτική περίπτωση που δείχνει τη μεταβολή στον τρόπο φορολόγησης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά τον 17ο αιώνα. Η κύρια φορολογική μονάδα δεν είναι πλέον το νοικοκυριό (hane) αλλά το χωριό. Έτσι σε μία καταγραφή του 1715[19] αναφέρεται ότι η Νικήτη κατέβαλε 6180 άσπρα[20] ως ετήσιο φόρο, ένα από τα μεγαλύτερα ποσά για τα χωριά της περιοχής. Η υποχρέωση συνολικής καταβολής του φόρου από τα χωριά βοήθησε στο να αναπτυχθεί η τοπική αυτοδιοίκηση και η αλληλεγγύη μεταξύ των κατοίκων. Από την άλλη, οι φόροι συνεχώς αυξανόταν πιέζοντας τους κατοίκους. Αυτό οδήγησε πολλά χωριά σε μαρασμό καθώς οι κάτοικοί τους τα εγκατέλειπαν προς άλλα μέρη που είχαν μικρότερη υποχρέωση σε φόρο, ή πουλούσαν και υποθήκευαν τα κτήματα τους σε πλούσιους γαιοκτήμονες. Με τον τρόπο αυτό πολλά μικρά χωριά της Μακεδονίας μετατράπηκαν σε τσιφλίκια ολίγων μεγαλοκτηματιών[21]. Η Νικήτη όπως και τα περισσότερα από τα Χασικοχώρια κατάφερε και άντεξε αυτή τη διαδικασία, μένοντας ανεξάρτητο χωριό καθόλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Το 1821 η Χαλκιδική επαναστάτησε εναντίων του Τούρκων σε μια προσπάθεια να εξαπλωθεί η επανάσταση από τη νότια στη βόρεια Ελλάδα. Η επανάσταση απέτυχε και οι Οθωμανοί έκαψαν πολλά χωριά ως αντίποινα, ανακόπτοντας μία πορεία οικονομικής και πληθυσμιακής άνθησης της Χαλκιδικής. Τότε, πολλοί κάτοικοι έφυγαν προς τα νησιά του βορείου Αιγαίου και την Εύβοια. Η Νικήτη ήταν από τα χωριά που γνώρισε την οργή των Τούρκων και αρκετοί κάτοικοι έφυγαν προς το νότο[22]. Ωστόσο οι περισσότεροι κάτοικοι έμειναν και ξαναέχτισαν το χωριό. Σε απογραφή του 1861-1862[23] αναφέρεται η Νικήτη να έχει 108 σπίτια κάτι που μεταφράζεται σε περίπου 550 κατοίκους. Το δεύτερο μισό το 19ου αιώνα θα πρέπει να ήταν μία περίοδος ανάκαμψης και δημιουργίας για τη Νικήτη καθώς ο πληθυσμός αυξάνεται, ενώ τότε χτίστηκαν τα δύο σημαντικότερα παλιά κτήρια που υπάρχουν μέχρι και σήμερα, ο Ι. Ναός του Αγίου Νικήτα (1867) και στη συνέχεια το Δημοτικό Σχολείο. Έτσι το 1900 αναφέρονται 900[24] κάτοικοι, μία σημαντική αύξηση σε σχέση με την απογραφή του 1862. Το 1913, μετά την απελευθέρωση, ο Ελληνικός στρατός απέγραψε 1324 κατοίκους στη Νικήτη[25].

Μετά την Απελευθέρωση

Η Χαλκιδική, όπως και η υπόλοιπη Μακεδονία, ενώνεται με το Ελληνικό κράτος το 1912 έπειτα από περισσότερα από 500 χρόνια Οθωμανικής κυριαρχίας. Η επόμενη περίοδος χαρακτηρίζεται από τους συνεχείς πολέμους που εμποδίζουν την ανάπτυξη και ουσιαστικά καθηλώνουν μεγάλες περιοχές των νέων εδαφών της Μακεδονίας στις συνθήκες της Οθωμανικής εποχής. Έτσι το 1920, η Νικήτη με 1335[26] κατοίκους παρουσίαζε την ίδια εικόνα με αυτή του 1913. Ιδιαίτερες επιπτώσεις είχε για την περιοχή της Χαλκιδικής η εκστρατεία στη Μικρά Ασία το 1919-22. Η ήττα του Ελληνικού στρατού είχε ως αποτέλεσμα των ξεριζωμό των Ελληνικών κοινοτήτων της Μικράς Ασίας. Πολλοί πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη Χαλκιδική, ιδιαίτερα στα τουρκικά χωριά στα βόρειο ανατολικά, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι των οποίων έφυγαν για την Τουρκία με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Στη Νικήτη δεν ήρθαν πρόσφυγες, δημιουργήθηκαν όμως δύο προσφυγικά χωριά σε γειτονικές τοποθεσίες: Στη θέση Βόζαινα όπου σήμερα είναι η Μεταμόρφωση και στο παλιό μοναστηριακό μετόχι του Μπαλαμπάν όπου σήμερα είναι ο Νέος Μαρμαράς.

Κατά τις δεκαετίες του ’20 και του ’30 το χωριό μεγάλωσε και ξέφυγε κάπως από τα στενά όρια της ρεματιάς που βρισκόταν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Η ανάπτυξη ανακόπηκε από την κατοχή και τον εμφύλιο που ακολούθησε, για να συνεχιστεί δυναμικά στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Τότε η Νικήτη επεκτάθηκε προς τη θάλασσα και από τη δεκαετία του ’70 αναπτύχθηκαν τουριστικές υποδομές, αρχικά με ενοικιαζόμενα δωμάτια και στη συνέχεια με σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες. Παράλληλα εξελίχθηκαν οι παραδοσιακές δραστηριότητες της αγροτικής οικονομίας με προεξέχουσα την μελισσοκομία. Η σύγχρονη Νικήτη είναι από τα κύρια μελλισσοπαραγωγικά κέντρα της Ελλάδας.

Σήμερα η Νικήτη είναι μία ακμάζουσα κωμόπολη σχεδόν 3.000 κατοίκων. Στην ιστορική διαδρομή των 700 και πλέον ετών, οι κάτοικοι άντεξαν πολλές κακουχίες και προσαρμόστηκαν σε δύσκολες καταστάσεις. Ο τόπος αναπτύχθηκε και τα προάστια της Νικήτης φθάνουν πλέον μέχρι τα όρια της αρχαίας πόλης της Γαληψού στο Καστρί, σε μία χωρική επιστροφή στις αρχαίες ρίζες. Τελικά, οι μεσαιωνικοί αγρότες που κατοίκησαν τη «γη του Νεακίτου» είχαν επιλέξει σοφά.